γλαυκός

γλαυκός
I
Ονομασία διαφόρων ποταμών της αρχαιότητας.
1. Ποταμός της Αχαΐας, που πήγαζε από τις πλαγιές του Παναχαϊκού και εξέρεε στα νότια της Πάτρας. Ταυτίζεται με τον ομώνυμο σημερινό ποταμό, τον γνωστό και με την ονομασία Λέκας.
2. Μικρός ποταμός της Καρίας, που τον αναφέρει και ο Πλίνιος.
3. Ποταμός στον Πόντο της Καππαδοκίας.
4. Ποταμός στα σύνορα Καρίας και Λυκίας, που πήγαζε από τα βουνά της Κιβυρατικής και εξέρεε στον ομώνυμο κόλπο. Ταυτίζεται με τον σημερινό Καργκού Τσάι.
5. Ποταμός της Φρυγίας. Ταυτίζεται με τον σημερινό Κουφού Τσάι.
6. Χείμαρρος της Ιεροκαισάρειας, που προσωποποιημένος εικονίζεται και σε νομίσματα.
II
Όνομα μυθολογικών προσώπων.
1. Θαλάσσιος θεός, προσωποποίηση των κυμάτων, που τον λάτρευαν κυρίως στις Κυκλάδες και στις κοντινές τους ακτές. Ήταν γιος του Ποσειδώνα και της Ναΐδας, ή του Ανθηδόνα και της Ναΐδας ή του Πολύβου και της Ευβοίας. Περιγραφόταν ως γέρος με άσαρκο σώμα, σκεπασμένο με κογχύλια και φύκια, που εμφανιζόταν επάνω στα κύματα όταν έπνεε άνεμος και απάγγελλε τους χρησμούς του. Ο μύθος αναφέρει πως αγάπησε μία ωραιότατη θαλάσσια παρθένα. Η Κίρκη όμως ζήλεψε, έριξε φαρμάκι στο λουτρό της νέας και εκείνη μεταμορφώθηκε σε τέρας που γάβγιζε. Ο Γ. όμως εξακολούθησε πάντα να την αγαπάει. Ερωτεύτηκε επίσης την Αριάδνη στη Νάξο, όταν ο Θησέας την εγκατάλειψε εκεί, και ο Διόνυσος, που την επιθύμησε, έδεσε τον Γ. με κληματόβεργες. Ο Γ. μεταμορφωνόταν άλλοτε σε γυναίκα και λεγόταν Γλαύκη, άλλοτε σε Λάμια, που παρέσερνε τους θαλασσινούς, άλλοτε σε γεράκι και άλλοτε σε Σειρήνα, που κρατούσε έναν νέο από κάθε χέρι. Κατά τον Απολλώνιο τον Ρόδιο, έλαβε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία.
2. Γιος της κόρης του Άτλαντα Μερόπης, έβδομης από τις Πλειάδες, και του Σίσυφου, βασιλιά της Κορίνθου. Ο Γ. είχε πολλά άλογα, που τα έτρεφε με ανθρώπινες σάρκες, για να τα κάνει επιθετικότερα. Οι θεοί όμως θύμωσαν και στους επικήδειους αγώνες της Ιωλκού στη μνήμη του Πελία, τα άλογα αφηνίασαν, έσπασαν το άρμα του Γ. και τον σκότωσαν ή, σύμφωνα με άλλη παραλλαγή, τον κατασπάραξαν. Γι’ αυτό έλεγαν πως έγινε δαίμων ταράξιππος,που φόβιζε τα άλογα στους ισθμικούς αγώνες.
3. Δισέγγονος του προηγούμενου, γιος του Ιππόλοχου. Σύμφωνα με τον Όμηρο, ήταν αρχηγός των Λυκίων που βοηθούσαν τους Τρώες. Αντιμετώπισε στη μάχη τον Διομήδη, αλλά όταν έμαθε πως οι πρόγονοί τους είχαν συνδεθεί με τον ιερό δεσμό της φιλοξενίας, συμφιλιώθηκε μαζί του και αντάλλαξαν τα όπλα τους. Τραυματίστηκε έπειτα από τον Τεύκρο, υπερασπίστηκε τον τραυματισμένο Έκτορα, σκότωσε τον Μυρμιδόνα βασιλιά Βαθυκλή και σκοτώθηκε από τον Αίαντα τον Τελαμώνιο, ενώ αγωνιζόταν κοντά στο πτώμα του Πατρόκλου. Ενώ το πτώμα τοποθετήθηκε στην πυρά, ο Απόλλων το άρπαξε με τους ανέμους και το μετέφερε στη Λυκία, όπου του απέδωσαν μεγάλες τιμές. Κατά τον Ηρόδοτο, οι βασιλιάδες της Λυκίας ισχυρίζονταν πως κατάγονταν από αυτόν.
4. Γιος του Μίνωα και της Πασιφάης. Όταν ήταν μικρός, καθώς κυνηγούσε ένα ποντίκι, έπεσε σε ένα πιθάρι με μέλι και χάθηκε. Τον βρήκε ο μάντης Πολύιδος και τον ανέστησε, χρησιμοποιώντας ένα βότανο, που είχε δει να ρίχνει ένα φίδι σε ένα άλλο φίδι και να το ζωντανεύει.
5. Γιος του Πρίαμου, που σκοτώθηκε από τον Διομήδη.
III
Όνομα ιστορικών προσώπων.
1. Ο Χίος (7ος αι. π.Χ.). Τορνευτής που εφηύρε πρώτος την κόλληση του σιδήρου.
2. Σπαρτιάτης (6ος αι. π.Χ.). Ήταν γιος του Επικύδη, και γνωστός κυρίως για τη δικαιοσύνη του. Ένας Μιλήσιος του εμπιστεύτηκε τα μισά του χρήματα για να του τα φυλάξει. Όταν όμως τα παιδιά του Μιλήσιου ζήτησαν τα χρήματα, ο Γ. τα καταχράστηκε επιορκώντας και καταφεύγοντας στην Πυθία. Γι’ αυτό η οικογένειά του πρόρριζος εκτέτριπται (ξερριζώθηκε), κατά τον Ηρόδοτο (ΣΤ 86).
3. Ο Καρύστιος (τέλη 6ου αι. π.Χ.). Πυγμάχος, γιος του Δήμυλου. Νίκησε στην Ολυμπία, δύο φορές στα Πύθια και οκτώ στα Νεμέα. Όταν πέθανε, οι Καρύστιοι τον έθαψαν με τιμές σε κοντινό νησάκι, που το ονόμασαν Γλαύκου νήσον.
4. Αργείος χαλκοπλάστης (5ος αι. π.Χ.). Φιλοτέχνησε τους ανδριάντες του Ποσειδώνα, της Εστίας και της Αμφιτρίτης στην Ολυμπία.5. Γραμματολόγος από το Ρήγιο της Κάτω Ιταλίας (5ος αι. π.Χ.). Έγραψε το Περί των αρχαίων ποιητών τε και μουσικής,όπου αναφέρει ονόματα και χρονολογίες, καθώς και σχόλια για το ύφος κάθε ποιητή.
6. Ο Αιτωλός (4ος αι. π.Χ.). Ένας από τους μισθοφόρους Έλληνες του Δαρείου, που τον ακολούθησε με 2.000 άντρες στη φυγή του προς τα Εκβάτανα, μετά την ήττα του στα Γαυγάμηλα.
* * *
-ή, -ό (AM γλαυκός, -ή, -όν)
1. αυτός που έχει ανοιχτό γαλάζιο χρώμα («και τα χρώματ' αναδίνει τού γλαυκότατου ουρανού», Δ. Σολωμός)
2. ο γαλανομάτης·|| αρχ.
1. λαμπρός, στιλπνός (α. «γλαυκὴ θάλασσα», Όμ.
β. «γλαυκὴ ἠώς», Θεόκρ.)
2. αποδίδεται σε διάφορους χρωματικούς τόνους τού γαλάζιου ή τού γκρίζου (για σταφύλια, αμπελόφυλλα, σμαράγδια).
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Υποστηρίχτηκε ότι το επίθ. γλαυκός προήλθε από το συνθ. γλαυκώπις, το οποίο αρχικά θα σήμαινε «αυτή που έχει μάτια γλαυκός (κουκουβάγιας») — δεδομένου ότι το σύμβολο τής Αθηνάς ήταν η κουκουβάγια — και αργότερα «αυτή που έχει λαμπερά μάτια», πράγμα που οδήγησε στο να θεωρηθεί το α' συνθετικό ως επίθετο, δηλ. γλαυκός. Όμως η υπόθεση αυτή αίρεται από το ότι το όνομα Γλαύκος απαντά ήδη στη Μυκηναϊκή καθώς και στον Όμηρο ως ανθρωπωνύμιο. Η σύνδεση εξάλλου με τα γαλήνη, γελάω κ.λπ. (πρβλ. και το συνών. αγλαός) δεν είναι πειστική. Πάντως κάποια σχέση με το γλαυξ*, αν θεωρηθεί ότι τα μάτια τού πουλιού είναι λαμπερά και σπινθηροβόλα, δεν μπορεί να αποκλειστεί. Στον Όμηρο απαντά μία φορά ως χαρακτηρισμός τής θάλασσας και στους μτγν. ποιητές για τη θάλασσα, τη λίμνη, το φεγγάρι, την ελιά. Η αρχική σημ. τού επιθέτου ήταν πιθ. «λαμπρός, στιλπνός» και αργότερα «ανοιχτός γαλάζιος». Στην ιων. αττική χρησιμοποιήθηκε για το χρώμα τών ματιών κυρίως αντιπαρατιθέμενο στα μέλας και χαροπός. Ο Πλάτων τό διακρίνει από το κυάνεος. Η λ. χρησιμοποιήθηκε επίσης στον σχηματισμό κυρίων ονομάτων (πρβλ. Γλαύκειος, Γλαυκέτης, Γλαύκη, Γλαυκία, Γλαυκίας, Γλαυκίδης, Γλαυκίππη, Γλαύκιππος, Γλαυκίς, Γλαυκίων, Γλαυκοθέα, Γλαυκόν, Γλαυκονόμη, Γλαυκόπιον, Γλαύκος, Γλαυκώ, Γλαύκων, Γλαυκωνιανός, Γλαυκωνίδης, Γλαυκώπις].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • Γλαῦκος — Γλαύκος masc nom sg Γλαῦκος fish of grey colour masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλαύκος — I Ονομασία διαφόρων ποταμών της αρχαιότητας. 1. Ποταμός της Αχαΐας, που πήγαζε από τις πλαγιές του Παναχαϊκού και εξέρεε στα νότια της Πάτρας. Ταυτίζεται με τον ομώνυμο σημερινό ποταμό, τον γνωστό και με την ονομασία Λέκας. 2. Μικρός ποταμός της… …   Dictionary of Greek

  • γλαυκός — γλαύξ the little owl fem gen sg (attic) γλαυκός gleaming masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλαῦκος — γλαύξ the little owl fem gen sg (attic) γλαῦκος fish of grey colour masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλαύκος ο ατλαντικός — (glaucus atlanticus). Γαστερόποδο μαλάκιο της τάξης των γυμνοβραγχίων. Διαδεδομένος στον Ατλαντικό, τυπικό είδος της θάλασσας των Σαργασσών, συναντάται και στη Μεσόγειο. Ζώο του πελάγους, κολυμπάει κάτω ακριβώς από την επιφάνεια του νερού και… …   Dictionary of Greek

  • γλαυκός — ή, ό γαλανός, γαλάζιος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Κληρίδης, Γλαύκος — (Λευκωσία 1919 –). Κύπριος πολιτικός, πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας (1993 98, 1998 2003). Σπούδασε νομικά στο King’s College του πανεπιστημίου του Λονδίνου και άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου στην Κύπρο. Αγωνίστηκε για την ανεξαρτησία της… …   Dictionary of Greek

  • Αλιθέρσης, Γλαύκος — (Λεμεσός 1897 – 1965).ψευδώνυμο του ποιητή Μιχάλη Χατζηδημητρίου. Σπούδασε στην Αθήνα φυσική αγωγή και εγκαταστάθηκε έπειτα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου απ’ όπου και επαναπατρίστηκε λίγα χρόνια πριν από τον θάνατό του. Έργα του: Κρινάκια του… …   Dictionary of Greek

  • Γλαύκω — Γλαύκος masc nom/voc/acc dual Γλαύκος masc gen sg (doric aeolic) Γλαύ̱κω , Γλαῦκος fish of grey colour masc nom/voc/acc dual Γλαύ̱κω , Γλαῦκος fish of grey colour masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλαυκά — γλαυκός gleaming neut nom/voc/acc pl γλαυκά̱ , γλαυκός gleaming fem nom/voc/acc dual γλαυκά̱ , γλαυκός gleaming fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”